έναιμος

-η, -ο(ν) (AM ἔναιμος, -ον)
αυτός που έχει μέσα του αίμα, ο γεμάτος αίμα («ἔναιμον καὶ πυκνὸν οἷον ἧπαρ», Ιππ.)
αρχ.
1. (για τραύμα) ματωμένος, που τρέχει αίμα
2. αυτός που μοιάζει στο χρώμα με αίμα, αιματώδης
3. νέος, πρόσφατος («χλωρὰ καὶ ἔναιμα τὰ πράγματα», Αριστοτ.)
4. φρ. α) «ἔναιμα ζῶα» — αυτά που έχουν κόκκινο αίμα, τα σπονδυλωτά
β) «ἔναιμον φάρμακον» — φαρμακευτικές ουσίες χρήσιμες για το σταμάτημα τού αίματος πρόσφατων τραυμάτων
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἔναιμα
α) θύματα, σφάγια για θυσία
β) μόρια αίματος.
επίρρ...
ἐναίμως
με αίμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔναιμος — with blood in one masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμότερον — ἔναιμος with blood in one adverbial comp ἔναιμος with blood in one masc acc comp sg ἔναιμος with blood in one neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμοτάτων — ἔναιμος with blood in one fem gen superl pl ἔναιμος with blood in one masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμοτέρων — ἔναιμος with blood in one fem gen comp pl ἔναιμος with blood in one masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμότατα — ἔναιμος with blood in one adverbial superl ἔναιμος with blood in one neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμότατον — ἔναιμος with blood in one masc acc superl sg ἔναιμος with blood in one neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναίμως — ἔναιμος with blood in one adverbial ἔναιμος with blood in one masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναιμον — ἔναιμος with blood in one masc/fem acc sg ἔναιμος with blood in one neut nom/voc/acc sg ἐναίμων masc/fem voc sg ἐναίμων neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμόταται — ἔναιμος with blood in one fem nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναιμότατος — ἔναιμος with blood in one masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.